24 Μαΐου, 2018

Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής.



 



ΟΛΙΓΑ ΤΙΝΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής, λέγεται «Σάββατο των Ψυχών» ή Ψυχοσάββατο. 

Είναι το δεύτερο από τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το πρώτο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω). 

Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής: 
Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών, 
«οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ’ αιώνος ευσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».

Τα Κόλλυβα δε που προσφέρουν οι πιστοί κατά τις ημέρες αυτές γίνονται μόνον από σιτάρι και έχουν την έννοια, ότι, όπως τα σπέρματα του σιταριού θάβονται στη γη, σαπίζουν και μετά από πολύ καιρό καρπίζουν όμορφα, αγέρωχα και ζωντανά στάχυα, έτσι και ο άνθρωπος: Κατά την Ορθόδοξη Πίστη θάβεται νεκρός στο χώμα, σαπίζει, για να εγερθεί αφθαρτοποιημένος στη Δευτέρα Παρουσία, τότε που, σύμφωνα με το Σύμβολο της Πίστης μας, "προσδοκούμε ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος".


Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ’.

Ο βάθει σοφίας φιλανθρώπως πάντα οικονομών, και το συμφέρον πάσιν απονέμων, μόνε Δημιουργέ, ανάπαυσον, Κύριε, τας ψυχάς των δούλων σου, εν Σοι γαρ ανέθεντο, τω Ποιητή και Πλάστη και Θεώ ημών.


Κοντάκιον. Ήχος ο αυτός.


Μετά των Αγίων ανάπαυσον, Χριστέ, τας ψυχάς των δούλων σου, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος.

19 Μαΐου, 2018

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 20 Μαΐου 2018, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου (Ἰωάν. ιζ΄ 1-13)


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν, εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν. ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. ᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. ᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
1. ΥΨΩΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ
Στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναγινώσκεται ἕνα τμῆμα τῆς «ἀρχιερατικῆς προσευχῆς» τοῦ Κυρίου μας· προσευχῆς τοῦ μεγάλου Ἀρχιερέως τῆς ἀνθρωπότητος, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα του κατὰ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης μετὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο. Τότε λοιπὸν ὁ Κύριος, ἐνῶ ἔβλεπε τοὺς μαθητάς του, κάποια στιγμὴ ὑψώνει τὰ μάτια του στοὺς οὐρανούς. Ὑψώνει τὰ μάτια του πρὸς τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ Πατρὸς γιὰ νὰ προσευχηθῇ. Καὶ μὲ τὴν θέασι αὐτὴ πρὸς τὸν οὐρανὸ μᾶς δίνει τὸ ὑπόδειγμα τῆς δικῆς μας στάσεως κατὰ τὶς προσευχές μας. Μᾶς διδάσκει νὰ ὑψώνουμε κι ἐμεῖς τὸ βλέμμα μας πρὸς τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ ἀφοσιωνώμαστε ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεό. Νὰ ἀτενίζουμε πρὸς τὰ ἄνω ὄχι μόνον μὲ τὰ σωματικά μας μάτια ἀλλὰ κυρίως μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας.
Ἐπιπλέον ἡ ὕψωσι τῶν ματιῶν μας στὸν οὐρανὸ ἀποτελεῖ γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους τὴν φυσικὴ προσπάθεια νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν γῆ, ὅπου εἴμαστε ἐγκλωβισμένοι σὲ διάφορες μέριμνες καὶ πάθη· νὰ μένουμε ἀπερίσπαστοι ἀπὸ κάθε γήινο καὶ πρόσκαιρο στὶς προσευχές μας καὶ νὰ ἀφοσιωνώμαστε στὸν Θεό. Ὡς ἄνθρωποι εἴμαστε τὰ μόνα ἐπίγεια ὄντα ποὺ μᾶς ἔπλασε ὁ Θεὸς ἔτσι, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ ὑψώνουμε τὰ μάτια μας πρὸς τὸν οὐρανό. Γι’ αὐτὸ λεγόμαστε ἄνθρωποι, διότι «ἄνω θρῴσκομεν», μποροῦμε νὰ κοιτάζουμε ψηλά. Κι αὐτὴ ἡ φυσική μας διάπλασι ὡς πρὸς τὴν θέσι τῶν ματιῶν μας μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ἐξάρτησί μας, τὸν προορισμό μας, τὸ χρέος μας. Στὸν οὐρανὸ νὰ στρέφεται ὁ νοῦς καὶ ἡ ψυχή μας, ἐκεῖ νὰ κατευθύνουμε τοὺς πόθους μας, ἀπὸ ἐκεῖ νὰ περιμένουμε τὴν ἀπάντησι τοῦ Θεοῦ.
2. Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ
Μέσα στὴν προσευχή του ὁ Κύριος, ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους λόγους του, ἀναφέρεται στὸ μεγάλο μυστήριο τῆς αἰωνίου ζωῆς. Μᾶς ἀποκαλύπτει τί πραγματικὰ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή· ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ζωὴ χωρὶς τέλος ἀλλὰ κάτι ἀσυγκρίτως ἀνώτερο. Αἰώνιος ζωή, λέγει ὁ Κύριος, εἶναι τὸ νὰ γνωρίζουμε οἱ ἄνθρωποι τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὄχι βέβαια μὲ μία θεωρητικὴ προσέγγισι, ὅπως ἀποκτοῦμε γνώσεις γιὰ κάποιο πρόσωπο διαβάζοντας ἕνα βιβλίο. Ἀλλὰ νὰ ἔχουμε ζωντανὴ καὶ συνειδητὴ ἐπικοινωνία μαζί Του, προσωπικὴ γνωριμία καὶ σχέσι μὲ τὸν Δημιουργὸ καὶ Πατέρα μας.
Καὶ γιατί λοιπὸν αὐτὴ ἡ προσωπικὴ σχέσι μὲ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή; Διότι ὅσο περισσότερο ποθοῦμε καθημερινὰ καὶ ἀναζητοῦμε νὰ συναντοῦμε τὸν Θεό, τόσο περισσότερο Τὸν γνωρίζουμε, τόσο περισσότερο Τὸν ἀγαποῦμε. Καὶ ὅσο περισσότερο Τὸν ἀγαποῦμε, τόσο περισσότερο ὁ Θεὸς ἔρχεται στὴν ψυχή μας καὶ μᾶς ἀπο-καλύπτεται· κι ἐμεῖς ἀνακαλύπτουμε τὶς θεῖες του ὡραιότητες καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του σὲ μᾶς. Ἔτσι ὁ Χριστὸς ζῇ στὴν καρδιά μας ὡς μόνιμος ἔνοικος, γεμίζει τὴ ζωή μας μὲ αἰώνιο ζωή. Ζοῦμε λοιπὸν ἀπὸ ἐδῶ τὴν αἰώνιο ζωή, ὅταν ζοῦμε τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ στὴν ἄλλη ζωὴ ἡ οὐσιαστικὴ ἀπόλαυσι τοῦ Παραδείσου θὰ εἶναι ἡ μέθεξι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ θέα τοῦ προσώπου του, ἡ μετοχή μας στὸ φῶς του.
Βέβαια τὸ νὰ ζοῦμε ἀπ’ αὐτὴν τὴν ζωὴ τὴν αἰώνιο ζωὴ δὲν εἶναι ὑπόθεσι μόνο τῆς δικῆς μας ἐπιθυμίας καὶ ἀσκήσεως ἀλλὰ κυρίως τῆς Χάριτος καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μᾶς φωτίζει νὰ γνωρίζουμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν κοινωνία μαζί Του. Κατέρχεται μυστικῶς στὴν ψυχή μας κατὰ τὶς ἱερὲς ὧρες τῆς προσευχῆς, τῆς μελέτης τοῦ θείου λόγου, τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καὶ Μυστηρίων καὶ μᾶς μεταδίδει τὴν Χάρι του, μᾶς μεταγγίζει πληρότητα, αἰωνιότητα. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ τὴν ποθοῦμε, νὰ τὴν λαχταροῦμε, νὰ τὴν περιμένουμε. 
3. ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ
Ὁ Κύριος προσεύχεται στὴν ἀρχιερατική του προσευχὴ γιὰ τοὺς Ἀποστόλους του ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς. Γνωρίζει ὁ Κύριος τοὺς κινδύνους στοὺς ὁποίους θὰ εἶναι ἐκτεθειμένοι, τὶς ἀμέτρητες ἀντιξοότητες ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσουν ἀλλὰ καὶ τὸ μῖσος τοῦ κόσμου καὶ τοῦ διαβόλου. Ὅμως δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα του νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς μαθητάς του τοπικῶς ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τοὺς δώσῃ τὴν δύναμι νὰ νικήσουν τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Δὲν εὔχεται νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν πολεμικὴ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πλάνη· νὰ μείνουν σταθεροὶ στὸ ἱερὸ ἔργο τους. Γι’ αὐτὸ καὶ παρακαλεῖ τὸν οὐράνιο Πατέρα του νὰ τοὺς δώσῃ δύο ἀκατανίκητα ὅπλα, τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἑνότητα τῆς ἀγάπης μεταξύ τους. Ἔτσι θὰ εἶναι ἀήττητοι καὶ κανένας δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ τοὺς νικήσῃ.
Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης πολέμησαν οἱ δαιμονοκίνητοι αἱρετικοὶ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου, προκειμένου νὰ διαλύσουν τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ἀπέναντι σ’ αὐτοὺς στάθηκαν ἀτρόμητοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τοὺς ὁποίους ἑορτάζουμε σήμερα. Καὶ κατενίκησαν τοὺς αἱρετικοὺς μὲ τὰ δύο αὐτὰ ὅπλα, τὴν ἑνότητα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τὴν ἑνότητα τῆς ἀγάπης. Αὐτὴν τὴν ἑνότητα νὰ ἔχουμε κι ἐμεῖς. Εἶναι ἡ ἀκατανίκητη δύναμί μας.
πηγή περιοδικό: Ο Σωτήρ

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 20 Μαΐου 2018, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου (Πράξ. κ΄ 16-18, 28-36)

Σχετική εικόνα
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἔκρινεν ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν ῎Εφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ Ἀσίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς ῾Ιεροσόλυμα. Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς ῎Εφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τὸν λόγον τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.
«Μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν»
Τιμᾶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας τὴ μνήμη τῶν ἁγίων 318 Πατέρων τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ διεκήρυξε τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁμοούσιος μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα. Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Πατέρων, εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς κληρικοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου, ἕνα ἐξαίρετο μνημεῖο ποιμαντικοῦ λόγου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ ἅγιος Ἀπόστολος τοὺς ὑπενθυμίζει λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ δὲν σώζεται στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια: «Εἶναι μεγαλύτερη εὐτυχία νὰ δίνεις παρὰ νὰ παίρνεις». Μὲ τὸν λόγο Του αὐτὸν ὁ Κύριος διδάσκει ὅτι ὑπάρχει κάτι ἀνώτερο ἀπὸ τὸ νόμιμο κέρδος: ἡ προσφορά.
Ἂς δοῦμε λοιπὸν σήμερα γιατί καθι­στᾶ τὸν πιστὸ περισσότερο εὐτυχὴ τὸ νὰ δίνει παρὰ νὰ παίρνει.
1. Εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν πλεονεξία
Αὐτὸς ποὺ δίνει δὲν εἶναι προσκολλημένος στὰ ὑλικὰ ἀγαθά, εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν πλεονεξία καὶ τὴ φιλαργυρία.
Πόσες φιλονικίες καὶ ταραχὲς καὶ δίκες δὲν ἔχουν γίνει ἐξαιτίας τοῦ πάθους τῆς πλεονεξίας! Πόσα μίση μεταξὺ ἀδελφῶν γιὰ τὴ διανομὴ τῆς πατρικῆς περιουσίας! Πόσες ἀπάτες, κλοπές, ληστεῖες καὶ δολοφονίες, πόσοι πόλεμοι! Πόσοι ποταμοὶ ἀνθρώπινου αἵματος ἔχουν χυθεῖ στὸν βωμὸ τοῦ Μαμωνᾶ! Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἴδιος Ἀπόστολος στὶς ἐπιστολές του χαρακτηρίζει τὴν πλεονεξία εἰδωλολατρία καὶ «ρίζα πάντων τῶν κακῶν» (βλ. Κολασ. γ´ 5, Α´ Τιμ. ς´ 10).
Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν ποὺ ἔχει μάθει νὰ δίνει, δὲν στενάζει κάτω ἀπὸ τὴν ἀπάνθρωπη τυραννία αὐτοῦ τοῦ πάθους, ποὺ συνεχῶς κεντρίζει τὰ θύματά του νὰ κερδίζουν ὅλο καὶ περισσότερα, τὰ παρασύρει σὲ ἄβυσσο ἁμαρτημάτων γιὰ τὴν ἀπόκτησή τους καὶ τελικὰ τὰ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ἀπώλεια.
2. Ζεῖ τὴ χαρὰ τῆς προσφορᾶς
Ἀκόμη περισσότερο, ὅποιος δίνει κα­τὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἁπλῶς εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς φιλαργυρίας, ἀλλὰ ζεῖ μιὰ ἀληθινὰ ἀνθρώπινη καὶ ἀνώτερη ζωή. Ἀναπνέει τὸ ὀ­ξυγόνο τῆς ἀγάπης, ζεῖ τὴ χαρὰ τῆς προσφορᾶς. Συμπονᾶ τοὺς ἄλλους καὶ μετὰ χαρᾶς τοὺς βοηθᾶ ὅσο μπορεῖ. Διότι αὐτὸ εἶναι ἐλεημοσύνη, γράφει ὁ μέγας κήρυκας τῆς φιλανθρωπίας, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «τὸ χαίροντα καὶ νομίζοντα λαμβάνειν μᾶλλον ἢ διδόναι, οὕτω παρέχειν»· τὸ νὰ προσφέρεις μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ χαίρεσαι καὶ νὰ θεωρεῖς ὅτι μᾶλλον παίρνεις παρὰ δίνεις (PG 51, 267). Διότι ὄντως παίρνει αὐτὸς ποὺ δίνει· μαζεύει πνευματικοὺς θησαυροὺς στὸν Οὐρανό, ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης ποὺ ἐπιτελεῖ.
Ὅποιος δίνει λοιπόν, ἔχει βγεῖ ἀπὸ τὴν ἀσφυκτικὴ φυλακὴ τῆς φιλαυτίας του. Ἔχει ἀνακαλύψει τὸν πλησίον του, ἀπολαμβάνει τὴν ὀμορφιὰ τῆς κοινωνίας τῆς ἀγάπης καὶ ἔχει ἀσάλευτη ἐλπίδα ὅτι θὰ κληρονομήσει τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὅλα αὐτὰ γεμίζουν τὴ ζωή του καὶ τοῦ δίνουν χαρὰ ἀναφαίρετη, ἄφθαρτη, ἀληθινή.
3. Γίνεται ὅμοιος μὲ τὸν Θεὸ
Ὁ ἄνθρωπος τῆς προσφορᾶς εἶναι ἄνθρωπος ἀγάπης καὶ ἐξομοιώνεται μὲ τὸν Θεὸ. Διότι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί» (Α´ Ἰω. δ´ 8). Καὶ τίποτε ἄλλο δὲν μᾶς ἐξομοιώνει περισσότερο μὲ τὸν Θεὸ ὅσο ἡ ἀγάπη. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε: «Γίνεσθε οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί» (Λουκ. ς´ 36).
Αὐτὸς ποὺ δίνει στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἔχει μοιάσει στὸν Θεό, ἔχει βρεῖ τὸν Θεό, ζεῖ τὸν Θεό, εἶναι παιδί Του ἀ­γαπημένο. Ἔχει ἐμπιστευθεῖ τὴ ζωή του στὰ χέρια τοῦ μεγάλου Πατέρα, τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπολαμβάνει τὴν ἰδιαίτερη προστασία Του καὶ τὶς εὐλογίες Του.
***
Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου ποὺ μᾶς ἀπασχόλησε σήμερα, ἀποτυπώνει τὸ φρόνημα τῆς αὐταπαρνήσεως μὲ χαρά· τὸ νὰ παραιτεῖται δηλαδὴ κανεὶς ἀπὸ τὴ διεκδίκηση τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐφήμερης πραγματικότητος καὶ νὰ προσφέρει τὸν ἑαυτό του στὴν ὑπηρεσία τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀδελφῶν, νὰ διεκδικεῖ θέση στὴ Βασιλεία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔμπρακτη ἀγάπη, αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ κήρυγμα, αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ ἱεραποστολικὸ ὅπλο τῆς Ἐκκλησίας: νὰ δοῦν οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας στοὺς Χριστιανοὺς τὴν εἰ­λικρινὴ ἀγάπη, ποὺ χαρίζει τὸ Ἅγιον Πνεῦ­μα στὶς ψυχὲς ποὺ ἀγωνίζονται νὰ εὐαρεστήσουν στὸν Κύριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὄντως καινούργιο καὶ χαρμόσυνο μήνυμα ποὺ ἔχει νὰ ἀναγγείλει ἡ Ἐκκλησία στὸν κόσμο τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς ἰδιοτέλειας. Νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ πανάγαθος Θεὸς νὰ τὸ ζήσουμε καὶ νὰ τὸ κηρύττουμε καὶ ἐμεῖς ὡς γνήσια παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κατ᾿ ἐξοχὴν μὲ τὴ ζωή μας.

πηγή περιοδικό: Ο Σωτήρ

14 Μαΐου, 2018

Λήξη πνευματικών δραστηριοτήτων της ενορίας μας.

Με τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού μας πραγματοποιήθηκε σήμεραΚυριακή 13 Μαΐου στην Ιστορική Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Κατούνας η λήξη των πνευματικών δραστηριοτήτων της ενορίας μας, με τη συμμετοχή των κατηχητικών σχολείων και των κύκλων Μελέτης Αγίας Γραφής των ενοριών Αγ. Αθανασίου Κατούνας και Αγ. Παρασκευής Παλαίρου. 
Στην Ιερά Μονή μας υποδέχθηκε η φιλόξενη Γερόντισσα Μαρία η οποία εγκαταβιεί εκεί. Τελέσαμε την Ιερά παράκληση της Παναγίας μας και στη συνέχεια σε χώρο κατάλληλο διαμορφωμένο εκτός της Μονής είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε ένα μικρό πρόγραμμα το οποίο μας ετοίμασαν τα παιδιά. 
Η εκδήλωση άρχισε με ομιλία από τον κ. Ιωάννη Κωστάκη Θεολόγο – τέως Λυκειάρχη και στη συνέχεια τα παιδιά μας παρουσίασαν ποιήματα, τραγούδια, καθώς και παραδοσιακούς χορούς από το κατηχητικό σχολείο του Αγ. Αθανασίου Κατούνας. 
Την εκδήλωση έκλεισε ο υπεύθυνος νεότητος της ενορίας μας π. Νεκτάριος Τριάντης ο οποίος ευχαρίστησε όλους για τη συμμετοχή και ευχήθηκε να δώσει ο Θεός αυτά τα όποια ακούσαμε εφέτος στις κατηχητικές συνάξεις να προσπαθήσουμε να τα κάνουμε πράξη. 
Η συμμετοχή τόσο των παιδιών όσο και των Μεγαλυτέρων ήταν μεγάλη. Ευχόμαστε καλό και ευλογημένο Καλοκαίρι!        























      

12 Μαΐου, 2018

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 13 Μαΐου 2018, τοῦ Τυφλοῦ (Ἰωάν. θ΄ 1-38)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾿ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
1. ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Στὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ὁ Κύριος θεραπεύει ἕναν τυφλὸ πολὺ γνωστὸ στοὺς κατοίκους τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὅμως στὸ συγκεκριμένο θαῦμα δὲν προσέρχεται ὁ τυφλὸς πρὸς τὸν Κύριο, ἀλλὰ ὁ Κύριος πρὸς τὸν τυφλό. Δὲν παρακαλεῖ ὁ τυφλὸς τὸν Κύριο νὰ θεραπεύσῃ τὰ μάτια του, ἀφοῦ ἄλλωστε δὲν μποροῦσε νὰ δῇ τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ ἔρχεται πρὸς τὸν τυφλὸ πρῶτος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν θεραπεύει, προτοῦ ὁ τυφλὸς προλάβῃ νὰ ἐκφράσῃ τὶς παρακλήσεις του γιὰ τὸ θαῦμα.
Αὐτὸ συμβαίνει συχνὰ καὶ στὴν ζωὴ κάθε ἀνθρώπου. Ὁ Κύριος, ποὺ γνωρίζει τὴν πνευματική μας ἀδυναμία καὶ τύφλωσι, ἔρχεται πρῶτος νὰ μᾶς συναντήσῃ καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ φωτίσῃ τοὺς «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένους». Ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μεταδώσῃ φῶς σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἦσαν πνευματικῶς τυφλοὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Διότι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πνευματικὸ φῶς, «τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ποὺ σκορπίζει τὶς πνευματικές του ἀκτῖνες ὄχι μόνο στοὺς σωματικὰ τυφλούς, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο σ’ ὅλους ὅσοι ἔχουμε τὰ μάτια μας καὶ βλέπουμε, ἀλλ’ εἶναι κλειστὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας. Ὁ Ἴδιος τὸ διακήρυξε: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω. η΄ 12). Αὐτὸς μᾶς φωτίζει μὲ τὴν διδασκαλία του, μὲ τὰ θαύματά του, μὲ τὴν ἁγία ζωή του. Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ εἶναι καὶ σύμβολο τοῦ πνευματικοῦ φωτισμοῦ, τὸν ὁποῖο μεταδίδει ὁ Κύριος. Ὁ τυφλὸς ἐκείνη τὴ στιγμὴ σὰν νὰ ἐκπροσωποῦσε ὅλο τὸν κόσμο, ποὺ ἦταν βυθισμένος στὸ πνευματικὸ σκοτάδι. Καὶ μᾶς παρακινεῖ αὐτὸ τὸ θαύμα νὰ προσερχώμαστε στὸ φῶς τὸ ἀληθινό, στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Μόνο σ’ Αὐτὸν θὰ βρίσκουμε τὸ φῶς μας, τὸν δρόμο πρὸς τὴν σωτηρία μας, τὴν ζωή μας καὶ τὴν εὐφροσύνη μας.
2. ΜΕ ΠΗΛΟ
Πῶς ἐθεράπευσε ὁ Κύριος τὸν τυφλό; Μ’ ἕναν τρόπο ποὺ φαίνεται ἀρχικῶς πολὺ παράδοξος. Ἐπιχρίει τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ μὲ πηλό. Ὅταν ὅμως τοποθετῆται πηλὸς σὲ ὑγιῆ μάτια, τυφλώνεται γιὰ κάποιο διάστημα ὁ ἄνθρωπος. Γιατί λοιπὸν ὁ Κύριος προχώρησε στὴν θεραπεία μὲ τὴν μέθοδο αὐτή; Βέβαια ὅλοι μας καταλαβαίνουμε ὅτι ἐγνώριζε Ἐκεῖνος ὅτι ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρακτικὴ θὰ ἀκολουθοῦσε θεραπεία θαυμαστή.
Ὅμως πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρακτικὴ τοῦ Κυρίου κρύβεται κάτι ἀκόμη βαθύτερο, κρύβεται ἕνα μυστήριο. Μὲ τὴν μέθοδο αὐτὴ ὁ Κύριος συνεσκιασμένα μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ Δημιουργός μας. Χρίει μὲ πηλὸ τὰ κατεστραμμένα μάτια τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, γιὰ νὰ μᾶς δείξῃ ὅτι μόνον Αὐτὸς μπορεῖ νὰ δημιουργῇ ἐξ ἀρχῆς μάτια, διότι εἶναι ὁ Ἴδιος ποὺ ἔπλασε καὶ τὰ μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων· εἶναι ὁ Ἴδιος ποὺ ἔπλασε ἀπὸ πηλὸ ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Ἀδὰμ κατὰ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου· εἶναι ὁ κτίστης καὶ δημιουργὸς ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅλης τῆς κτίσεως. Εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγῃ: Ἀπὸ πηλὸ τότε ἔπλασα τὸν Ἀδάμ, ἀπὸ πηλὸ καὶ τώρα πλάθω τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ.
3. Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ
Ἴσως ὅμως διερωτηθῇ κάποιος: Γιατί ὁ Κύριος δὲν ἐθεράπευσε ἀμέσως τὸν τυφλό, ἀλλὰ τὸν ἔχρισε μὲ πηλὸ καὶ κατόπιν τὸν ἔστειλε στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ; Δὲν μποροῦσε ὁ Κύριος ἀμέσως νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ θαῦμα; Ἀσφαλῶς καὶ μποροῦσε! Ὁ Χριστὸς κάνει τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὸ θαῦμα, ζητεῖ ὅμως κι ἀπὸ τὸν τυφλὸ νὰ Τοῦ δείξῃ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ κάνῃ τὸ δεύτερο βῆμα γιὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ θαῦμα. Ἡ τοποθέτησι τοῦ πηλοῦ στὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ ἦταν τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ὅμως θὰ ἔμενε χωρὶς ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲν ἐπακολουθοῦσε τὸ δεύτερο βῆμα, τὸ βῆμα τοῦ ἀνθρώπου: ἡ πορεία δηλαδὴ τοῦ τυφλοῦ πρὸς τὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ ἡ νίψις τῶν ματιῶν του. Διότι ἔπρεπε νὰ φανῇ καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ ὑπακοὴ τοῦ τυφλοῦ. Ὅπως κι ἔγινε. Θὰ μποροῦσε πολὺ λογικὰ νὰ σκεφθῇ ὁ τυφλός: Γιὰ ποιὸ λόγο νὰ πάω στὴν κολυμβήθρα νὰ νιφθῶ; Ἀλλὰ ὁ τυφλὸς δὲν ἀν-τιδρᾷ, ὑπακούει καὶ προχωρεῖ. Καὶ τὸ θαῦμα ἀκολουθεῖ.
Ὁ Θεὸς λοιπὸν ἀποστέλλει τὴν Χάρι του στὸν καθένα μας καὶ κάνει τὴν πρώτη κίνησι. Ἀλλὰ θέλει κι ἐμεῖς νὰ κάνουμε τὴν δεύτερη κίνησι, δηλαδὴ νὰ ἀνταποκρινώμαστε στὶς ἐπισκέψεις του καὶ νὰ ἀποδεχώμαστε τὴν Χάρι του. Νὰ γινώμαστε συν-εργάται του, νὰ προσφέρουμε καὶ τὴν δική μας μικρὴ συμβολή. Τότε ὁ Χριστὸς θὰ ἔρχεται καὶ θὰ θεραπεύῃ τὴν πνευματική μας τύφλωσι καὶ θὰ γεμίζῃ τὴν ζωή μας μὲ φῶς καὶ χαρά.
πηγή: Ο Σωτήρ

09 Μαΐου, 2018

Ο Άγιος Χριστοφόρος ο Μεγαλομάρτυρας



Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος καταγόταν από ημιβάρβαρη φυλή και ονομαζόταν Ρεμπρόβος, που σημαίνει αδόκιμος, αποδοκιμασμένος, κολασμένος. Πιθανότατα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.), όταν στην Αντιόχεια Επίσκοπος ήταν ο Άγιος Ιερομάρτυς Βαβύλας († 4 Σεπτεμβρίου).
Ο Άγιος ως προς την εξωτερική εμφάνιση ήταν τόσο πολύ άσχημος, γι’ αυτό και αποκαλείτο «κυνοπρόσωπος».
Η μεταστροφή του στον Χριστό έγινε με τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αιχμάλωτος σε μάχη, που διεξήγαγε το έθνος του με τα Ρωμαικά αυτοκρατορικά στρατεύματα. Κατατάγηκε στις Ρωμαικές λεγεώνες και πολέμησε κατά των Περσών, επί Γορδίου και Φιλίππου.

Όταν ήταν ακόμη κατειχούμενος, για να ευχαριστήσει τον Χριστό, εγκαταστάθηκε σε επικίνδυνη δίοδο ποταμού και μετέφερε δωρεάν επί των ώμων του εκείνους που επιθυμούσαν να διέλθουν τον ποταμό. Μία μέρα παρουσιάσθηκε προς αυτόν μικρό παιδί, το οποίο τον παρακάλεσε να τον περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Ρεμπρόβος πρόθυμα το έθεσε επί των ώμων του και στηριζόμενος επί της ράβδου του εισήλθε στον ποταμό. Όσο όμως προχωρούσε, τόσο το βάρος του παιδιού αυξανόταν, ώστε με μεγάλο κόπο κατόρθωσε να φθάσει στην απέναντι όχθη. Μόλις έφθασε στον προορισμό του, κατάκοπος είπε στο παιδί ότι και όλο τον κόσμο να σήκωνε δεν θα ήταν τόσο βαρύς. Το παιδί του απάντησε: «Μην απορείς, διότι δεν μετέφερες μόνο τον κόσμο όλο, αλλά και τον πλάσαντα αυτόν. Είμαι Εκείνος στην υπηρεσία του Οποίου έθεσες τις δυνάμεις σου και σε απόδειξη αυτού φύτεψε το ραβδί σου και αύριο θα έχει βλαστήσει», και αμέσως εξαφανίσθηκε. Ο Ρεμπρόβος φύτεψε την ράβδο και την επομένη την βρήκε πράγματι να έχει βλαστήσει. Μετά το περιστατικό αυτό βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον Άγιο Ιερομάρτυρα Βαβύλα, ο οποίος τον μετονόμασε σε Χριστοφόρο. Η άκτιστη θεία Χάρη, που έλαβε την ώρα του βαπτίσματος και του Χρίσματος, μεταμόρφωσε όλη του την ύπαρξη. Και αυτή ακόμα η δύσμορφη όψη του φαινόταν φωτεινότερη και ομορφότερη.
Στην Ορθόδοξη αγιογραφία ο Άγιος εικονίζεται να μεταφέρει στον ώμο του τον Χριστό. Εξ’ αφορμής ίσως του γεγονότος αυτού θεωρείται προστάτης των οδηγών και στο Μικρόν Ευχολόγιον και συγκεκριμένα στην Ακολουθία «επί ευλογήσει νέου οχήματος» υπάρχει, πρώτο στη σειρά, το απολυτίκιό του.
Κατά τον τότε εναντίον των Χριστιανών διωγμό, λίγο μετά την βάπτισή του, είδε Χριστιανούς να κακοποιούνται από τους ειδωλολάτρες. Από αγανάκτηση επενέβη και έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις προς αυτούς, διέφυγε δε τη σύλληψη χάρη στο γιγαντιαίο του παράστημα και την ηράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε όμως στον αυτοκράτορα και διατάχθηκε η σύλληψή του. Για τον σκοπό αυτό απεστάλησαν διακόσιοι στρατιώτες. Αυτοί, αφού ερεύνησαν σε διάφορα μέρη, τον βρήκαν κατά την στιγμή την οποία ετοιμαζόταν να γευματίσει ένα κομμάτι ξερό ψωμί. Κατάκοποι οι στρατιώτες και πεινασμένοι ζήτησαν από τον Άγιο Χριστοφόρο να τους δώσει να φάγουν και ως αντάλλαγμα του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον κακομεταχειρίζονταν. Ένας από τους στρατιώτες, βλέποντας ότι πλην του ξερού άρτου δεν υπήρχε καμία άλλη τροφή, ειρωνευόμενος τον Χριστοφόρο, του είπε ότι ευχαρίστως θα γινόταν Χριστιανός, εάν είχε την δύναμη να τους χορτάσει όλους με το κομμάτι εκείνο του άρτου. Τότε ο Άγιος, αφού γονάτισε, άρχισε να παρακαλεί τον Χριστό να πολλαπλασιάσει το κομμάτι εκείνο του άρτου, όπως πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους στην έρημο, για να χορτάσουν οι πεινώντες στρατιώτες και να φωτισθούν στην αναγνώριση και ομολογία Αυτού. Η παράκληση του Αγίου εισακούσθηκε και το τεμάχιο του άρτου πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οι στρατιώτες το θαύμα αυτό, προσέπεσαν στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσαν να τους γνωρίσει καλύτερα τον Θεό του. Ο Άγιος εξέθεσε με απλότητα τη Χριστιανική διδασκαλία και αφού όλοι εξέφρασαν την επιθυμία να γίνουν Χριαστιανοί, τους οδήγησε προς τον Επίσκοπο Αντιοχείας Βαβύλα, ο οποίος, αφού τους κατήχησε, τους βάπτισε. Όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε το γεγονός, τους μεν στρατιώτες συνέλαβε και αποκεφάλισε, τον δε Χριστοφόρο προσπάθησε με υποσχέσεις και κολακείες να μεταπείσει, αλλά οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην επίμονη άρνηση αυτού.
Κατόπιν τούτου έστειλε προς αυτόν δύο διεφθαρμένες γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, ελπίζοντας ότι με τα θέλγητρά τους θα τον σαγήνευαν και θα τον παρέσυραν. Οι δύο γυναίκες, αφού άκουσαν την προτροπή του Αγίου, για να επανέλθουν στον δρόμο της αγνότητας και της αρετής, έγιναν Χριστιανές και, αφού παρουσιάσθηκαν ενώπιον του αυτοκράτορος Δεκίου, ομολόγησαν τον Χριστό. Γι’ αυτό και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.
Στη συνέχεια ο Άγιος Χριστοφόρος υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια και τέλος υπέστη τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο το 251 μ.Χ.
Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο Μαρτύριο αυτού κοντά στο ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στο Κυπαρίσσιον και στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον της Αγίας Ευφημίας των Ολυβρίου.

πηγή πεμπτουσία 

08 Μαΐου, 2018

Ο Άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος


Ο Απόστολος κι Ευαγγελιστής Ιωάννης καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας. Ήταν αγράμματος, όπως κι οι άλλοι Απόστολοι, άλλα από ευκατάστατη οικογένεια. Γιατί ο πατέρας του ο Ζεβεδαίος, είχε τράτες, όπου δουλεύανε πολλοί μισθωτοί. Σ’ αυτές δουλεύανε και τα δυο του παιδιά, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης. Όσο για τη μητέρα του Ιωάννη, τη Σαλώμη, αύτη ήταν εξαδέλφη της Παναγίας, και από τα Ευαγγέλια γνωρίζουμε πως διακονούσε τον Χριστό, πηγαίνοντας πίσω του μ’ άλλες ευσεβείς γυναίκες.
Όταν ο Πρόδρομος άρχισε να κηρύττει στην έρημο του Ιορδάνη τον ερχομό του Χριστού, ο Ιωάννης με τον Ανδρέα, τον αδελφό του Πέτρου, που ήτανε κι αυτοί ψαράδες, πήγανε κοντά του κι έγιναν μαθηταί του.
Μια μέρα, λίγο καιρό μετά τη Βάπτιση, ο Πρόδρομος έδειξε σ’ αυτούς τον Ιησού, που περπατούσε αντίκρυ, κι είπε:
– Να ο αμνός του Θεού. Τότε εκείνοι σίμωσαν τον Χριστό και σαν Αυτός τούς είδε, ρώτησε:
Τί ζητάτε;
Ο Ανδρέας κι ο Ιωάννης του είπανε:
Ραβί (δηλ. Διδάσκαλε), πού μένεις;
-Ελάτε να δείτε, αποκρίθηκε Ο Χριστός.
Ήρθαν στο σπίτι που έμενε και καθίσανε ως το βράδυ, ακούοντας από το θεϊκό στόμα για πρώτη φορά τα λόγια της ζωής.
Ύστερα από δυο μήνες, ο Υιός του Θεού κάλεσε κοντά του τον Ανδρέα και τον Πέτρο κι ευθύς κατόπιν τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Αυτό έγινε στο γιαλό τής λίμνης Γεννησαρέτ. Τα δυο ζευγάρια των αδελφών παρατήσανε βάρκες και δίχτυα και από κείνη την ώρα προσκολληθήκαμε στον Χριστό. Αλλάξανε τέχνη, κατά το λόγο που τους είπε, και από ψαράδες ψαριών, έγιναν ψαράδες ανθρώπων.
Ανάμεσα στους Αποστόλους ο Ιωάννης ήτανε ο πιό νέος. Αφοσιώθηκε στον Ιησού μ’ ενθουσιασμό.
Είχε στην αρχή χαρακτήρα αψύ. Με τον πύρινο ζήλο και τα παράφορα αισθήματα που φανέρωνε, θύμιζε συχνά τον πρώτο δάσκαλο που είχε, τον Πρόδρομο.
Κάποτε, πού ο Χριστός κι οι Απόστολοι βαδίζανε για τα Ιεροσόλυμα και δεν τους δεχθήκανε καλά σ’ ένα χωριό της Σαμάρειας, απ’ όπου είχανε περάσει, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης θυμώσανε και του είπανε να κάνει να πέσει φωτιά από τον ουρανό και να κάψει τους αφιλόξενους εκείνους ανθρώπους.
Ό Χριστός τότε τους μάλωσε, λέγοντας πως δεν ήξεραν σε τι πνεύμα υπηρετούσαν, δηλαδή στο πνεύμα της αγάπης και της ανεξικακίας.
Άλλοτε πάλι, λίγο πριν από το θείο Πάθος, η Σαλώμη ζήτησε από τον Ιησού με την αλόγιαστη περηφάνια της μάνας, να βάλει τους γιούς της έναν στα δεξιά κι έναν στ’ αριστερά του, σαν θα ερχόταν στη Βασιλεία του.
Τη Βασιλεία αυτήν όλοι ακόμα γύρω από τον Χριστό την θεωρούσανε όχι μονάχα ουράνια, μα και επίγεια. Πιστεύανε πως ο Ιησούς θ’ ανέβαινε στον θρόνο του Δαβίδ, διώχνοντας τους Ρωμαίους από τα ιερά χώματα της Ιουδαίας. Μα ο Χριστός, καθώς ψάλλει ο υμνωδός της Εκκλησίας, αντί καθέδρας, χάρισε στον Ιωάννη το ίδιο του το στήθος.
Και πραγματικά αυτός ήτανε «ο μαθητής που αγαπούσε ο Ιησούς». Κανένας από τους άλλους Αποστόλους δεν συνδέθηκε τόσο στενά με τον Κύριο. Καθότανε πάντα πλάι στον Διδάσκαλο και συχνά έγερνε το κεφάλι στο στήθος του Χριστού.
Picture 027
Κάποιες ώρες που ο Υιός του Θεού χωρίζονταν από τους άλλους μαθητές για να προσευχηθεί μόνος με τον Πατέρα του, τον συντρόφευαν μονάχα τρεις απ’ αυτούς· ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης. Αυτοί ήταν σαν ένα τρίγωνο, που μέσα του ο Χριστός περνούσε τις πιο επίσημες στιγμές του βίου του, όπως λ. χ. σαν μεταμορφώθηκε πάνω στο Θαβώρ ή σαν προσευχήθηκε με αγωνία μέσα στον Κήπο των Ελαιών. Από τις κορφές αυτού του τριγώνου η πιό κοντινή στον Ιησού ήταν ο Ιωάννης. Τη δικιά του καρδιά πρώτη συναντούσανε τα λόγια κι οι αναστεναγμοί του Χριστού.
Όταν πιάσανε τον Χριστό κι οι άλλοι μαθηταί σκορπίσανε σαν τα πρόβατα, που τους πήρανε τον τσομπάνη, μονάχα ο Ιωάννης κι ο Πέτρος τον ακλουθήσανε ως την αυλή του αρχιερέα Άννα. Εκεί ο Πέτρος δείλιασε και τον αρνήθηκε μπροστά στην παιδίσκη. Μα ο Ιωάννης έμεινε πιστός. Ήταν, βέβαια, γνωστός στο περιβάλλον του αρχιερέα, όπως αναφέρει το Ευαγγέλιο, μα ίσα – ίσα γι’ αυτόν το λόγο κινδύνευε να εκτεθεί περισσότερο γιατί μπορούσε να κινήσει εναντίον του την έχθρα. Μα αυτά όλα δεν τα λογάριασε. Κι όταν ο Χριστός υψώθηκε πάνω στο σταυρό, ο Ιωάννης μαζί με την Παναγία του παραστάθηκε τις τελευταίες στιγμές. Ο Ιησούς, λίγο πριν εκπνεύσει, του εμπιστεύθηκε τη μητέρα του.
Στην Αποκαθήλωση βοήθησε κι αυτός τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, κι έβαλε άλλη μια φορά κλαίοντας το μέτωπο πάνω στο τρυπημένο από τη λόγχη στήθος του Χριστού.
Αλλά και μετά την Ανάσταση, σαν την ανάγγειλαν οι Μυροφόρες στους Αποστόλους, πρώτος αυτός έφτασε στον άδειο τάφο, τρέχοντας πιο γρήγορα από τον ηλικιωμένο Πέτρο.
Αναγνώρισε επίσης αυτός τον Κύριο, όταν εκείνος φάνηκε στην ακρογιαλιά της Τιβεριάδας.
Ύστερα από την Πεντηκοστή, που το Άγιο Πνεύμα έπεσε όμοιο με πύρινες γλώσσες πάνω στους Αποστόλους, ο Πέτρος κι ο Ιωάννης γίνονται οι στύλοι, που στηρίζουνε τη νεαρή Εκκλησία του Χριστού.
Κανένας δεν έχει το κύρος το δικό τους.
Ο Χριστός είχε δώσει στον Ιάκωβο και τον Ιωάννη το παρανόμι «Βοανεργές» που θέλει να πει στα εβραϊκά «Υιοί Βροντής». Και πραγματικά, ο Ιωάννης στάθηκε αληθινή βροντή στο κήρυγμα του.
Αυτό φαίνεται στο Ευαγγέλιο, στις Επιστολές και στην Αποκάλυψη που έγραψε.
Για την αποστολική του δράση, η παράδοση μας λέγει αρκετά πράγματα. Στα 69 μ. Χ. έφυγε από τα Ιεροσόλυμα και ήλθε στην Έφεσο. Η Παναγία είχε κοιμηθεί. Την είχε πάντα κοντά του σαν στοργικό παιδί, υπακούοντας στην εντολή, που πήρε από το Χριστό, όταν Εκείνος βρισκόταν πάνω στο σταυρό.
Μετά την ένδοξη μετάσταση της Θεομήτορος, ο Ιωάννης δεν είχε πια κανένα λόγο να μένη στα Ιεροσόλυμα. Στην Έφεσο που την είχε κάνει χριστιανική ο απόστολος Παύλος, κάθισε πολύ καιρό, στηρίζοντας με το λόγο του τα πρόβατα του Χριστού και διηγούμενος όσα θυμότανε από το Σωτήρα.
Τότε αυτοκράτορας στη Ρώμη ήτανε ο φοβητσιάρης Δομιτιανός. Αυτός, ακούοντας πως ο Ιησούς θα βασίλευε στην οικουμένη, φαντάσθηκε, όπως άλλοτε ο Ηρώδης, πως θάτανε ένας κοσμικός βασιλιάς, και τρέμοντας μη χάση το θρόνο, έβαλε να βρούνε και να οδηγήσουν στη Ρώμη αλυσοδεμένους όλους τους συγγενείς του Χριστού. Έτσι φέρανε εκεί τα εγγόνια του αδελφόθεου Ιούδα, που γλυτώσανε το θάνατο, δείχνοντας τα ροζιασμένα από τη δουλειά χέρια τους, γιατί βέβαια ο Δομιτιανός δεν περίμενε να δει πρίγκιπες σε τέτοια κατάπτωση κοινωνική. Τότε πιάσανε και τον Ιωάννη. Τον πήγανε στη Ρώμη κι αυτόν και μετά από μια σύντομη δίκη, τον καταδικάσανε σε θάνατο.
Πρώτα τον μαστίγωσαν, καθώς ήτανε συνήθεια, κι ύστερα τον ρίξανε μέσα σε ζεματιστό λάδι. Μα δεν έπαθε τίποτα. Ο δικαστής τον κράτησε αρκετό καιρό στη φυλακή, μην ξέροντας πως να συμπεριφερθεί.
Στο μεταξύ όμως οι φόβοι του αυτοκράτορα λιγοστέψανε κι ο θυμός του μαλάκωσε. Έτσι μετατρέψανε την ποινή του Αποστόλου σε εξορία και τον στείλανε στην Πάτμο να δουλεύει στα μεταλλεία.
Εκεί ο Ιωάννης βρέθηκε ανάμεσα σε κακοποιούς, που θ’ αποτελούσαν τους συντρόφους της από δω και πέρα ζωής του. Μα δεν στενοχωρήθηκε γι’ αυτό. Μήπως ο Χριστός δεν έλεγε συχνά, πως δεν είχε έλθει στον κόσμο για τους δικαίους, παρά για τους αμαρτωλούς; Μέσα σ’ αυτό το σκληρό περιβάλλον όχι μονάχα δεν υπέφερε ψυχικά ο τρυφερότερος μαθητής του Κυρίου, μα, απεναντίας, βρήκε την ευκαιρία να βυθιστεί περισσότερο σε ιερούς στοχασμούς.
Εκεί, μια Κυριακή, οραματίστηκε το τέλος του Κόσμου, που το περιέγραψε μέσα στην Αποκάλυψη. Λένε πως είδε αυτή την οπτασία μέσα σε κάποια σπηλιά, όπου είχε αποτραβηχτεί, και που τη δείχνουν ακόμα και σήμερα. Την Αποκάλυψη την έγραψε ο μαθητής του Ιωάννη ο Πρόχορος, ακούοντας τον Απόστολο που βρισκότανε σε έκσταση.
Σαν πέθανε ο Δομιτιανός, τον διαδέχθηκε ο Νέρβας, που απελευθέρωσε τον Ιωάννη. Τότε ο Απόστολος γύρισε στην Έφεσο. Εκεί έγραψε το Ευαγγέλιο. Αιτία στάθηκε κάποιος Κήρινθος, που υποστήριζε πως ο Ιησούς δεν
ήταν Θεός. Ο Ιωάννης τότε σύντριψε την
κακοδοξία του   αιρετικού  αυτού με τ’ αστραπόβροντα του Ευαγγελίου του, όπου τονίζει με θεοκίνητη γλώσσα τη θεϊκή φύση του Χρίστου.
Τα χρόνια διαβαίνανε στο μεταξύ. Ο Ιωάννης είχε πια περάσει τον αιώνα. Υπέργηρος, δεν είχε τώρα άλλο κήρυγμα, παρά αυτά τα λόγια: «Τεκνία, αγαπάτε αλλήλους».
Οι μαθηταί του, ακούοντας να επαναλαμβάνει όλο την ίδια φράση, τον ρωτήσανε μια μέρα γιατί δεν έλεγε και τίποτ’ άλλο, Κι’ εκείνος αποκρίθηκε:
Αυτή είναι η μεγάλη εντολή του Κυρίου. Αυτή αρκεί.
Διηγούνται και το παρακάτω περιστατικό από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Αποστόλου.
Όταν είχε πρωτοπάει στην Έφεσο, ανάμεσα στους μαθητές που έκαμε, ήτανε κι’ ένα μικρό παιδί, που ο Απόστολος Ιωάννης τ’ αγαπούσε πολύ και μ’ εξαιρετική φροντίδα καλλιεργούσε τη ψυχή του. Ο μικρός αυτός φάνταζε σαν άγγελος κι ήταν χάρμα αληθινό για τον Ιωάννη, που έβλεπε στο πρόσωπο του ένα διαλεχτό δημιούργημα της χάριτος, ένα αγνότατο λουλούδι του επίγειου παραδείσου, που είναι η Εκκλησία.
Γυρίζοντας από την εξορία, τον πληροφορήσανε πως το πνευματικό παιδί του αυτό είχε πάρει τον κακό δρόμο κι είχε γίνει ένας τρομερός ληστής, που ρήμαζε τα πάντα γύρω, σκορπίζοντας τον φόνο και την αδικία. Ο Ιωάννης λυπήθηκε βαθιά, μα δεν δοκίμασε απελπισία. Καβαλίκεψε ένα μουλάρι, κι έφερε γύρω τα βουνά, αναζητώντας το χαμένο πρόβατο σαν τον καλό Ποιμένα της παραβολής. Τέλος κατόρθωσε να συναντήσει το νέο. Εκείνος μόλις αντίκρισε τον ασπρομάλλη Απόστολο, έπεσε στα πόδια του μετανοιωμένος και κλαίοντας πικρά. Και τον ακολούθησε σαν αρνάκι.
Αναφέρεται επίσης και τούτο το περιστατικό: Ο γηραιός Απόστολος είχε μια ημερωμένη πέρδικα και συνήθιζε κάποτε – κάποτε να παίζει μαζί της και να περνά την ώρα του. Κάποιος κυνηγός απόρησε βλέποντας ένα τόσο τέλειο άνθρωπο να χάνει έτσι τον καιρό. Μα ο Απόστολος του είπε χαμογελώντας:
Κι εσύ δεν έχεις πάντα τεντωμένο το τόξο σου, γιατί θα χαλούσε. Κι ο πιό άγιος πρέπει να χαλαρώνει που και που τη ψυχή του. Αυτό δεν βλάφτει.
Ο Ιωάννης προαισθάνθηκε το θάνατο, σαν έφτασε η στιγμή να φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο. Έβαλε και σκάψανε το λάκκο του, έστρωσε σ’ αυτόν τον μανδύα του, ξαπλώθηκε μέσα και σφάλισε τα μάτια, παραδίνοντας τήν αγιασμένη ψυχή του στον Χριστό.

πηγή: πεμπρουσια

05 Μαΐου, 2018

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 6 Μαΐου 2018, τῆς Σαμαρείτιδος (Ἰωάν. δ΄ 5-42)


        Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος



Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν. οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ᾿ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις. ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὃς δ᾿ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν. ἀλλ᾿ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ᾿ αὐτῆς; ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. ᾿Εν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη. καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. ᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ᾿ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.
1. ΔΙΨᾼ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ
Ὁ Κύριός μας φθάνει κατάκοπος μέσα στὸ καταμεσήμερο κοντὰ στὴν πόλι τῆς Σαμαρείας Συχάρ. Κάθεται μόνος του πλάϊ στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ. Σὲ λίγο πλησιάζει ἐκεῖ μιὰ γυναίκα Σαμαρείτιδα μὲ τὴν στάμνα της γιὰ νὰ πάρῃ νερό. Ὅμως ξαφνιάζεται ὅταν ἀκούῃ τὸν Κύριο, ποὺ φαινόταν ὅτι ἦταν Ἰουδαῖος, νὰ ζητῇ ἀπὸ αὐτήν, μιὰ Σαμαρείτιδα, λίγο νερὸ νὰ πιῇ. Γιατί λοιπὸν ὁ Κύριος τῆς ζητεῖ νερό; Ἀσφαλῶς ὁ Κύριος, ἐφ’ ὅσον εἶναι καὶ τέλειος ἄνθρωπος, μετὰ ἀπὸ τόση ὁδοιπορία ἦταν πολὺ λογικὸ νὰ διψᾷ. Ὅμως ταυτόχρονα ἀξιοποιεῖ τὸ φυσικὸ αὐτὸ αἴσθημα τῆς δίψας ὡς ἀφορμὴ γιὰ νὰ διαλεχθῇ μὲ τὴν Σαμαρείτιδα. Ἔτσι ὁ Κύριος ἀρχίζει μία συζήτησι ἀπὸ κάτι φυσικὸ καὶ τὴν ἀνάγει βαθμιαῖα σὲ ἀποκάλυψι μεγάλων ἀληθειῶν. Κι ἐνῶ ὁ καρδιογνώστης Κύριος γνωρίζει ὅτι ἡ Σαμαρείτιδα, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνῃ ἡ ἴδια, διψᾷ μὲ δίψα ἱερή, πνευματικὴ καὶ ἀσίγαστη, παίρνει ὁ Ἴδιος τὴν θέσι αὐτοῦ ποὺ διψᾷ, καὶ ζητεῖ τὸ φυσικὸ νερό, διότι θέλει νὰ τῆς προσφέρῃ κάτι ἀσυγκρίτως ἀνώτερο, τὸ πνευματικὸ νερό, «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν». Ταπεινώνεται ὁ Ἴδιος, γιὰ νὰ ἀνοίξῃ δίοδο ἐπικοινωνίας, γιὰ νὰ ξεκλειδώσῃ τὴν καρδιά της, νὰ τὴν φωτίσῃ καὶ νὰ τὴν ἐλεήσῃ. Καὶ μᾶς διδάσκει ἔτσι ὁ Κύριος, ὅταν κι ἐμεῖς θέλουμε νὰ βοηθήσουμε γύρω μας ψυχὲς ποὺ διψοῦν γιὰ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν», νὰ ταπεινωνώμαστε, νὰ βρίσκουμε σημεῖα ἐπαφῆς καὶ νὰ ἐπικοινωνοῦμε γιὰ νὰ διακονοῦμε τοὺς ἄλλους, καὶ ἔτσι νὰ τοὺς βοηθοῦμε καὶ νὰ τοὺς ὠφελοῦμε.
2. ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Μέσα λοιπὸν ἀπὸ ἕνα πολὺ φυσικὸ διάλογο, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει ὅτι Αὐτὸς εἶναι ποὺ μπορεῖ νὰ προσφέρῃ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν». Ποιὸ ὅμως εἶναι αὐτὸ «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν»;
«Ὕδωρ ζῶν» εἶναι ἡ Χάρις τοῦ ἁγίου Θεοῦ, ἡ ὁποία, ὅταν γεμίσῃ τὴν ψυχή μας, μᾶς ξεδιψᾷ αἰωνίως. Ἡ Χάρις αὐτὴ εἶναι ὁ ἀστείρευτος ποταμὸς ποὺ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὸν οὐράνιο θρόνο τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἡ ζωογόνος δύναμις ποὺ ἱκανοποιεῖ ὅλους τοὺς πόθους καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς καρδιᾶς μας. Μεταγγίζεται στὸν καθένα μας μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ νερὸ τῆς θείας Χάριτος μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ρύπο τῆς ἁμαρτίας. Σβήνει μέσα μας τὴν φλόγα τῶν παθῶν. Θεραπεύει τὴν ξηρότητα καὶ ἀκαρπία τῆς ψυχῆς μας. Μᾶς πλουτίζει μὲ θεῖα χαρίσματα καὶ ἀρετές. Ἱκανοποιεῖ τὴν ψυχή μας, ξεδιψᾷ τὴν ἀκατάσχετη πνευματική της δίψα, ἀόρατα καὶ μυστικά.
3. ΠΡΩΤΑ Η ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΙ
Ὁ Κύριος, πρὶν προσφέρῃ στὴν γυναῖκα «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν», τῆς ζητεῖ νὰ φωνάξῃ τὸν ἄνδρα της. Διότι θέλει, πρὶν τῆς προσφέρῃ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ τὴν ὁδηγήσῃ σὲ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός της, σὲ συντριβὴ καὶ μετάνοια. Ἀποκαλύπτει τὶς κρυφὲς πλευρὲς τῆς ζωῆς της, ξεσκεπάζει τὸν ἄστατο ψυχικὸ κόσμο της, γιὰ νὰ τὴν διορθώσῃ. Διεισδύει στὰ βάθη τῆς συνειδήσεώς της, γιὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν μετάνοιά της. Ἔπρεπε πρῶτα νὰ ἀφυπνισθῇ ἡ συνείδησί της, νὰ διανοιχθῇ τὸ κρυμμένο ἀπόστημα τῆς ἁμαρτίας. Τότε μόνον ἡ Σαμαρείτιδα θὰ
μποροῦσε νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὸ φάρμακο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι λοιπὸν ζητοῦν τὰ ὕδατα τῆς Χάριτος, πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι οἱ πρῶτες σταγόνες τῶν ὑδάτων αὐτῶν εἶναι τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας.
4. ΛΑΤΡΕΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ
Ἡ ὅλη συζήτησι δίνει τὴν ἀφορμὴ στὸν Κύριο νὰ ἀποκαλύψῃ ὕψιστες ἀλήθειες γιὰ τὸ θέμα τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχουν ἀποκλειστικοὶ τόποι λατρείας τοῦ Θεοῦ, λέγει ὁ Κύριος. Τὸν Θεὸ πρέπει νὰ Τὸν λατρεύουμε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Τί ὅμως σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι τὸν Θεὸ δὲν Τὸν λατρεύουμε τόσο μὲ ἐξωτερικοὺς τύπους ἀλλὰ κυρίως μὲ ἐσωτερικὴ καῦσι τῆς καρδιᾶς μας. Βέβαια ὁ Χριστὸς δὲν ἀποδοκιμάζει καὶ τὴν ἐξωτερικὴ λατρεία. Ὁ ἄνθρωπος, ἐφ’ ὅσον εἶναι ψυχοσωματικὴ ὀντότητα, λατρεύει τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὴν ψυχή του καὶ μὲ τὸ σῶμα του. Διότι λατρεία εἶναι ἡ προσφορὰ στὸν Θεὸ ὅλης τῆς ὑπάρξεώς μας. Οἱ ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις λατρείας εἶναι κι αὐτὲς ἀναγκαῖες. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ μὴν εἶναι τυπικὲς ἢ ὑποκριτικές, ἀλλὰ νὰ ἀποτελοῦν ἀπαύγασμα τῆς ἐσωτερικῆς φλόγας τῆς καρδιᾶς μας. Νὰ ἀποκαλύπτουν τὴν μυστικὴ λατρεία, ποὺ τελεῖται μέσα στὸ μυστικὸ θυσιαστήριο τῆς ψυχῆς μας. Νὰ λατρεύουμε δηλαδὴ τὸν Θεὸ μὲ θερμότητα ἐσωτερική, μὲ συμμετοχὴ ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς μας. Ὅλα νὰ εἶναι δοσμένα στὴν λατρεία τοῦ ἁγίου Θεοῦ. Ἡ συνείδησί μας νὰ ἀφυπνίζεται μπροστὰ στὴν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ διάνοιά μας νὰ ἀπορροφᾶται ἀπὸ τὶς θεῖες ἀλήθειες, ἡ φαντασία μας νὰ σαγηνεύεται ἀπὸ τὴν θεία του ὡραιότητα, ἡ καρδιά μας νὰ αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη του, ἡ θέλησί μας νὰ ὑποτάσσεται πλήρως στὸ θεῖο του θέλημα. Τότε ὁ Θεὸς θὰ δέχεται τὴν λατρεία μας ὡς «ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς» καὶ θὰ μᾶς ἀξιώνῃ νὰ γινώμαστε κι ἐμεῖς ἐπίγειοι ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι, κοινωνοὶ θείας φύσεως. 
Πηγή περιοδικό :Ο ΣΩΤΉΡ

Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 6 Μαΐου 2018, τῆς Σαμαρείτιδος (Πράξ. ια΄ 19-30)


           Ὑποδειγματική διακονία



Εν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, διασπαρέντες οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις. Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν. καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ’ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας· ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως· καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν. ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συν­αχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ­ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς· ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.
«Ἐξῆλθεν εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον»
Ἡ Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος ἔχει μία ἰδιαίτερη χάρη. Στὸ εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τὸν Κύριο νὰ ἀποκαλύπτει στὴ Σαμαρείτιδα ὑπέροχες ἀλήθειες, ἐνῶ στὸ ἀποστολικὸ εἴδαμε νὰ φανερώνεται γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἡ ἀκαταγώνιστη δύναμή Του στὴ ζωὴ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔστειλαν τὸν ἀπόστολο Βαρνάβα στὴ νεοσύστατη Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας γιὰ νὰ καταρτίσει τοὺς νέους Χριστιανούς. Ἐκεῖνος ἀφοῦ ἐκτίμησε τὴν ἐκεῖ κατάσταση, πῆγε στὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας γιὰ νὰ βρεῖ καὶ νὰ φέρει στὴν Ἀντιόχεια τὸν Σαῦλο, δηλαδὴ τὸν ἀπόστολο Παῦλο.
Ἂς δοῦμε τί δείχνει αὐτὴ ἡ κίνηση τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα καὶ πῶς μποροῦμε νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ αὐτὴν κι ἐμεῖς.
1. Ἀληθινὸς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου
Οἱ δύο ἅγιοι ἄνδρες, Βαρνάβας καὶ Σαῦλος, εἶχαν παλαιότερο σύνδεσμο. Ὁ Βαρνάβας εἶχε ὁδηγήσει τὸν Σαῦλο στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους στὴν Ἱερουσαλήμ. Σ᾿ αὐτοὺς ὁ Σαῦλος ἐξέθεσε πῶς εἶδε τὸν Κύριο καθ᾿ ὁδὸν πρὸς τὴ Δαμασκὸ καὶ μετεστράφη στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ πῶς ἀμέσως μετὰ τὴ μεταστροφή του κήρυξε ἐκεῖ μὲ ἀφοβία τὸν Χριστό. Ἦταν δὲ τόση ἡ εὐγλωττία του, ὥστε καὶ στὴ Δαμασκὸ καὶ ἀργότερα στὴν Ἱερουσαλὴμ οἱ Ἰουδαῖοι θέλησαν νὰ τὸν φονεύσουν (βλ. Πράξ. θ´ 19-30). Ὁ Βαρνάβας λοιπὸν γνώριζε πολὺ καλὰ τὸν Σαῦλο καὶ τώρα τὸν κάλεσε γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει στὴ διακονία του, στὸν καταρτισμὸ τῶν πιστῶν τῆς Ἀντιοχείας.
Ἡ κίνηση αὐτὴ τοῦ ἀποστόλου Βαρνάβα δείχνει τὸν ζῆλο του νὰ ἐπιτελέσει ἀκόμη καλύτερα τὴ διακονία του στὴν Ἀντιόχεια. Ἐπειδὴ ἔβλεπε ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσε μόνος του, ζήτησε βοήθεια.Κυρίως ὅμως δείχνει τὴ σπάνια ἀρετή του, τὴν ἁγιότητά του· δηλαδὴ ὅτι ἦταν τελείως καθαρὸς ἀπὸ τὸ φοβερὸ πάθος τῆς ζήλειας. Δὲν σκέφθηκε μήπως τὸν ἐπισκιάσει ὁ Παῦλος μὲ τὶς ἱκανότητες καὶ τὶς ἐπιτυχίες του.
Ὁ ἀπόστολος Βαρνάβας ἦταν ἀληθι­νὸς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, ἀνιδιοτε­λὴς καὶ χριστοκεντρικός. Στὸ ἔργο ποὺ τοῦ ἀνέθεσε ἡ Ἐκκλησία, δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἡ προβολὴ τοῦ ἑαυτοῦ του, οὔτε νὰ ἔχει τὴν ἀποκλειστικὴ εὐθύνη καὶ τὸν πρῶτο λόγο στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας ὡς ὁ ἀπεσταλμένος τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Τὸν ἐνδιέφερε ἡ ὠφέλεια τῶν πιστῶν, ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ὄχι ἁπλῶς δὲν δυσκολεύθηκε νὰ καλέσει τὸν Παῦλο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀναζήτησε ἐπίμονα στὴν Ταρσό, ὅπου ἐκεῖνος ζοῦσε στὴν ἀφάνεια. Τὸν ἀναζήτησε χωρὶς νὰ φοβηθεῖ μήπως ὁ Παῦλος τὸν ἐπισκιάσει. 
2. Ἐπιμέλεια καὶ ταπείνωση στὰ ἔργα μας
Τὸν μικρὸ αὐτὸ στίχο τῶν Πράξεων, «ἐξῆλθεν εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον», νὰ τὸν γράψουμε μὲ χρυσὰ ὁλοφώτεινα γράμματα στὸν οὐρανὸ τῆς καρδιᾶς μας. Νὰ τὸν γράψουμε, νὰ τὸν θυμόμαστε καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ τὸν ἐφαρμόζουμε· νὰ δείχνουμε κάθε ἐπιμέλεια σὲ ὅποιο ἔργο μᾶς ἀνατίθεται, ζητώντας ἐν ἀνάγκῃ βοήθεια ἀπὸ ὅσους μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν· νὰ ἔχουμε τὸν ζῆλο νὰ ἐκτελοῦμε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο κάθε ἔργο μας, εἴτε καθημερινό, εἴτε πολὺ περισσότερο, ἱερὸ καὶ ἅγιο, ἐλεημοσύνης, ἱεραποστολῆς ἢ ἄλλης διακονίας μέσα στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου.
Τὸ σημαντικότερο ὅμως μήνυμα ποὺ μᾶς δίνει ὁ στίχος αὐτός, εἶναι νὰ ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα μας μὲ ταπεινοφροσύνη. Νὰ προσέχουμε ὥστε νὰ μὴ μολύνεται ἡ διακονία μας ἀπὸ τὴ φιλαυτία, τὴ φιλαρχία καὶ τὴ διάθεση αὐτοπροβολῆς· καὶ νὰ φροντίζουμε νὰ ἀποδιώκουμε κάθε αἴσθημα ζήλειας γιὰ ὅσους εἶναι ἱκανότεροι καὶ πνευματικότεροι ἀπὸ ἐμᾶς καὶ προσφέρουν περισσότερα. Νὰ τοὺς τιμοῦμε γιὰ τὴν προσφορά τους καὶ νὰ χαιρόμαστε νὰ συνεργαζόμαστε μαζί τους, ἀκόμη καὶ νὰ κάνουμε ὑπακοὴ σὲ αὐτούς, ἂν εἶναι ἀνάγκη.
Αὐτὸ χαρίζει ἀνάπαυση, αὐτὸ ἔχει χαρά· ἐκεῖ εἶναι παρὼν καὶ ἀναπαύεται ὁ Κύριος, ὅπου ὑπάρχει ἡ ὁμόνοια καὶ ὁ καθένας τιμᾶ τὸν ἐν Χριστῷ ἀδελφό του. Αὐτὸ εἶναι εὐλογημένο, αὐτὸ εἶναι θεάρεστο: νὰ ἑνώνουμε ὅλοι τὶς δυνάμεις μας, ὥστε νὰ ἐπεκτείνεται ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ νὰ κερδίζει ὅλο καὶ περισσότερες ἀνθρώπινες καρδιὲς ὁ μόνος Λατρευτὸς καὶ δεδοξασμένος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
***
Ἀδελφοί, στὴν τόσο σύντομη ζωή μας ἔχουμε νὰ ἐπιλέξουμε: Θὰ ὑπηρετήσουμε τὸ ἐγώ μας ἢ τὸν Χριστό; Θὰ ζητήσουμε τὴ δική μας δόξα ἢ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου; Ἐμεῖς εἴμαστε ἄνθρωποι θνητοί, Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἀθάνατος Θεός. Ἡ ἀνθρώπινη δόξα εἶναι ψεύτικη, παροδική· ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀληθινή, αἰώνια, ἀναφαίρετη. Αὐτὴν νὰ ζητήσουμε. Αὐτὴν νὰ ὑπηρετήσουμε. Ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνει αὐτό, πρέπει νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸν ἐγωκεντρισμό μας γιὰ νὰ βρεθοῦμε ἐκεῖ ὅπου βασιλεύει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐν Χριστῷ ἀγάπη καὶ φιλαδελφία.
Πηγή: περιοδικό Ο Σωτήρ.